Ακούστε το: “Ιδανικός και ανάξιος εραστής”, δεν μιλάει για τον έρωτα, όχι, μιλάει για τα όνειρα που θάβουμε πίσω από εφήμερους επιφανειακούς στόχους

[youtube=https://www.youtube.com/watch?v=Q7CCflub604]


Για όλα τα ανεκπλήρωτα όνειρα, για όλα όσα ποθήσαμε να κάνουμε και δεν καταφέραμε να τα κάνουμε πραγματικότητα.


Αυτό το τραγούδι ήταν μια κατάθεση ψυχής του Καββαδία. Οι ιστορίες των ναυτικών που άκουγε καθημερινά στο γραφείο τον συνάρπαζαν και του δημιουργούσαν μια έντονη διάθεση για ταξίδια μακρινά. Ήθελε να γνωρίσει τον κόσμο και ήταν αποφασισμένος να μπαρκάρει. Για τον Καββαδία δεν ήταν μια λόξα νεανική, ήταν όνειρο ζωής.

Το τέλος του Νίκου Καββαδία όμως ήταν άδοξο, αφού δεν πέθανε στην αγκαλιά της θάλασσας, όπως ο ίδιος είχε ποθήσει, αλλά σε μια κλινική της Αθήνας, τους «Αγίους Αποστόλους», από εγκεφαλικό επεισόδιο και δυστυχώς είχε μια κηδεία «σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες», όπως ακριβώς έγραψε και στο ποίημά του. 

Ο Κώστας Καράλης ή Κώστας Καραγιαννόπουλος, όπως είναι το πραγματικό του όνομα γεννήθηκε στις 4/2/1947 στην Αθήνα, ξεκίνησε σαν μουσικός (κιθάρα), και είναι αδελφός της, επίσης, τραγουδίστριας Ελπίδας.

Ιδανικός και ανάξιος εραστής, σπασμένο καράβι, είναι κάτι στιγμές, της Χαλιμάς τα παραμύθια, που θες να το ξέρω, Άννα είναι μερικά από τα πολύ ωραία τραγούδια που έχει πει.



Τέτοιες στιγμές  από την ελληνική δισκογραφία δεν πρέπει να χάνονται ούτε να σβήνουν από τη μνήμη μας.

Ιδανικός και ανάξιος εραστής

Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Γιάννης Σπανός
Πρώτη εκτέλεση: Κώστας Καράλης

Κώστας Καράλης

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαδράς τη Σιγκαπούρ τ’ Αλγέρι και το Σφαξ
θ’ αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ σκυφτός σ’ ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ,
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα ‘χω πια ξεχάσει,
κι η μάνα μου χαρούμενη θα λέει σ’ όποιον ρωτά:
“Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει”

Μα ο εαυτός μου μια βραδιά εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει.

Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθειά στις μακρινές Ινδίες,
θα ‘χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες...

Leave a Reply

Your email address will not be published.