Πάνω από 6 εκατ. Ευρωπαίοι εργάζονται σε δουλειές κατώτερες των προσόντων τους

Σύμφωνα με στοιχεία του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (cedefop), η αναντιστοιχία μεταξύ δεξιοτήτων των εργαζομένων και απαιτήσεων της θέσης εργασίας τους αυξάνεται, λόγω οικονομικής κρίσης.

“Χαρτί” χωρίς πρακτικό αντίκρυσμα στην αγορά εργασίας αποδεικνύεται για πολλούς Ευρωπαίους – λόγω και των αλλαγών που έχει επιφέρει η οικονομική κρίση – το πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης: σημαντικός αριθμός αποφοίτων πανεπιστημίων στην Ευρώπη εργάζεται σήμερα σε επαγγέλματα που δεν απαιτούν καν πτυχίο, ενώ εκατομμύρια είναι όσοι διαθέτουν περισσότερα προσόντα και δεξιότητες, από εκείνα που είναι απαραίτητα για τη δουλειά τους. Παρόλα αυτά, ο αριθμός των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυξάνεται διαρκώς.

Αναλυτικότερα, σύμφωνα με στοιχεία που αναφέρονται σε ενημερωτικό σημείωμα του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (cedefop), η αναντιστοιχία μεταξύ δεξιοτήτων των εργαζομένων και απαιτήσεων της θέσης εργασίας τους αυξάνεται στην ΕΕ, γεγονός το οποίο διογκώνει τις δυσκολίες στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας, λόγω της οικονομικής κρίσης.

Πάνω από έξι εκατ. Ευρωπαίοι σε δουλειά κατώτερη των τυπικών προσόντων τους
Ένας στους τρεις Ευρωπαίους εργαζομένους δουλεύει σήμερα σε πόστα, που δεν είναι αντίστοιχα των επαγγελματικών προσόντων του (διαθέτει περισσότερα ή λιγότερα προσόντα, σε σχέση με αυτά που ζητά η περιγραφή της θέσης εργασίας). Η αναντιστοιχία αυτή είναι εξαιρετικά υψηλή στις μεσογειακές χώρες, σύμφωνα και με την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις κοινωνικές και εργασιακές εξελίξεις στην Ευρώπη (2012).

Την τελευταία δεκαετία, υπολογίζεται ότι περίπου 6,4 εκατ. Ευρωπαίοι έπιασαν δουλειά κατώτερη των τυπικών προσόντων τους (πηγή: Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία, “Ο ευρωπαϊκός χώρος ανώτατης εκπαίδευσης το 2012: αναφορά εφαρμογής της διαδικασίας της Μπολόνια”).
Παράλληλα, σχεδόν το 20% των ατόμων ηλικίας 25-34 ετών, με πτυχίο πανεπιστημίου, εργάζονται σε επαγγέλματα που, τυπικά, δεν απαιτούν προσόντα πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.

Μέχρι το τέλος της δεκαετίας το 40% των Ευρωπαίων επιδιώκεται να έχει πτυχίο
Το πτυχίο διατηρεί, πάντως, την αίγλη του, γεγονός που αντανακλάται και στην αύξηση των πτυχιούχων ηλικίας 30-34 ετών στην ΕΕ. Σύμφωνα με το cedefop, σχεδόν τα μισά κράτη – μέλη της ΕΕ έχουν ήδη “πιάσει” τον στόχο που είχε τεθεί το 2010 για την αύξηση του αριθμού των πτυχιούχων, στο πλαίσιο της στρατηγικής “Ευρώπη 2020”.

Συγκεκριμένα, το 40% των Ευρωπαίων, ηλικίας 30 – 34 ετών, σε αυτά τα κράτη διαθέτει πλέον πτυχίο ανώτερης εκπαίδευσης ή ισοδύναμες δεξιότητες και προσόντα, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία.

“Από τη στιγμή που ο στόχος ανακοινώθηκε το 2010, η πρόοδος ήταν σταθερή, με αύξηση κατά περίπου μία ποσοστιαία μονάδα ετησίως. Αν οι τρέχουσες τάσεις συνεχιστούν, η ΕΕ θα πετύχει τον στόχο μέχρι το τέλος της δεκαετίας” επισημαίνει το cedefop.

Χάσμα γενεών και στο πτυχίο

Σύμφωνα με το cedefop, οι Ευρωπαίοι που “κυνηγούν” σήμερα ανώτερα επίπεδα εκπαίδευσης έχουν αυξηθεί σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές. Οι ομάδες των “παλαιότερων” εργαζομένων, με χαμηλά εκπαιδευτικά προσόντα, σιγά- σιγά αλλά σταθερά αποχωρούν από την αγορά εργασίας και αντικαθίστανται από νεώτερους, καλύτερα εκπαιδευμένους.

Το 2012, σε όλα τα κράτη – μέλη της ΕΕ, το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 25-34 ετών, με πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ήταν αξιοσημείωτα υψηλότερο σε σχέση με εκείνο των ενηλίκων 55-64 ετών, με αντίστοιχα προσόντα.

Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση της Ελλάδας, η οποία κατατάσσεται – για το 2012 – στη 17η θέση μεταξύ των 27 κρατών – μελών, με βάση το ποσοστό των εργαζομένων ηλικίας 25 – 34 ετών, με πανεπιστημιακό πτυχίο. Το ποσοστό αυτό πλησιάζει το 35%, τη στιγμή που το αντίστοιχο των ατόμων ηλικίας 55 – 64 ετών δεν ξεπερνά το 20%. Πάντως, η χώρα μας βρίσκεται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και στις δύο ηλικιακές κατηγορίες.

Αξιοσημείωτες είναι οι επιδόσεις της Κύπρου, όπου ποσοστό άνω του 50% των εργαζομένων, ηλικίας 25 – 34 ετών, έχει αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο, ενώ ακολουθούν κατά σειρά οι χώρες Λιθουανία και Ιρλανδία. Η τελευταία έχει σημειώσει εντυπωσιακή πρόοδο βάσει αριθμών, καθώς από μόλις 27,5% το 2000, ο αριθμός των ατόμων 30-34 ετών με πανεπιστημιακό πτυχίο στη χώρα εκτινάχθηκε το 2012 στο 51%, έναντι κοινοτικού μέσου όρου 35,5%. Σύμφωνα με το cedefop, η άνοδος αυτή υποστηρίχθηκε και από την προσέλκυση – στην Ιρλανδία – σημαντικού αριθμού ατόμων με υψηλή κατάρτιση από το εξωτερικό. Σε κάθε περίπτωση, η Ιρλανδία πλησιάζει πλέον τον στόχο του 60%, που έχει θέσει για το 2020.

Πιο καταρτισμένες οι γυναίκες από τους άντρες

Διαφορές στο πεδίο της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης δεν διαπιστώνονται, πάντως, μόνο μεταξύ νεώτερων και μεγαλύτερων εργαζομένων, αλλά και ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες.

Αν και τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία “φωτογραφίζουν” σημαντική πρόοδο των γυναικών από το 2000, με αποτέλεσμα αυτές να τείνουν πλέον να είναι καλύτερα καταρτισμένες από τους άντρες σε σχεδόν όλα τα κράτη -μέλη, σε κάποιους τομείς υπάρχει ακόμη υστέρηση.

Π.χ., σε κλάδους όπως τα μαθηματικά, οι επιστήμες και η μηχανική, το “χάσμα των φύλων” έχει αυξηθεί περαιτέρω σε ευρωπαϊκό επίπεδο τα τελευταία χρόνια. Ο αριθμός των ανδρών που αποφοιτούν από πανεπιστημιακά τμήματα με τα συγκεκριμένα γνωστικά αντικείμενα εξακολουθεί να υπερβαίνει σημαντικά τον αντίστοιχο των γυναικών. Αυτοί οι τομείς είναι όμως εκείνοι όπου υπάρχει μεγάλη -και αυξανόμενη- ζήτηση στην αγορά εργασίας.

Βάσει των πιο πρόσφατων προβλέψεων του cedefop, συνολικά στην Ευρώπη, ο αριθμός των ατόμων με δεξιότητες πανεπιστημιακού επιπέδου θα εξακολουθήσει να αυξάνεται και θα φτάσει συνολικά -για όλες τις ηλικίες- περίπου στο 37% του εργατικού δυναμικού το 2020.
Ωστόσο, εξαιτίας της οικονομικής ύφεσης, η ζήτηση για εργαζόμενους υψηλών τυπικών προσόντων προβλέπεται ότι θα υστερεί της προσφοράς. Αυτό ενδέχεται να ωθήσει πολλούς εργαζομένους ν’ αναλάβουν, βραχυπρόθεσμα, δουλειές κατώτερες των προσόντων τους.

Πηγή: www.skai.gr

Share

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.